Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Οι ελέφαντες κι εγώ

Ένας ελέφαντας μου δάγκωσε το αυτί. Και μετά, και μετά αγγιξε τη μύτη μου.

Την χάιδευε απαλά, μέχρι που πλήγιασε. Και δε με νοιάζει κι αν μάτωσε....

Δέρμα είναι και θα γεννηθεί ξανά.

    Δέρμα δικό μου είναι.

Μόνη μου το σκαλίζω, μόνη μου θα το πληγώνω,

εγώ θα το ξεσκίζω κι εγώ θα το πλάθω ξανά.

Ένας ελέφαντας μου κράτησε το χέρι. Συνήθως οι ελέφαντες είναι χοντροί, έτσι; Ε, τούτος εδώ δε φαινόταν να είναι... 
Μεγάλα μάτια, μεγάλη μύτη... χοντροκομμένα χαρακτηριστικά. Ποιος τους συμπαθεί εκτός από τα παιδιά; Και γιατί τα παιδιά απλώνουν το χέρι να τους χαϊδέψουν;


    Εγώ ποτέ δεν υπήρξα παιδί. 
Όχι τέτοιο παιδί. Που να απλώσει το μικρό του χεράκι να αγγίξει το παχύδερμο. 
Παχύδερμο το θεωρούσα. 
Παχύδερμο είναι και τώρα, με δέρμα γκρίζο και λαστιχένιο, γεμάτο ρυτίδες.

Ήμουν μικρή, τόσο μικροσκοπική για να τολμήσω να προκαλέσω ένα τέτοιο πλάσμα να με συμπαθήσει. 
Φόβος. Τρόμος. Να τρέμω και να με φοβούνται. 
Να τρομάζω με το κάθε τι, να γεμίζω ανασφάλειες 
και να φοβούνται μην καταρρεύσω. 



Δεν καταρρέω.

Τρίτη, 21 Δεκεμβρίου 2010

μακριά




Μόνο τη φωνή σου ακούω πια από κάποιο απομακρυσμένο δωμάτιο.

Κοντεύω να κόψω τα ακουστικά μου από τη μανία. 

Μανία που την έχω να δυναμώνω τη μουσική για να μην ακούω 

και μετά να τραβάω τα καλώδια μήπως τελικά σε ακούσω ξανά.


Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Λοιπόν εγώ, φοβόμουν πολλά πράγματα. Μόνο που κατά διαστήματα ξεχνιόμουν ή δοκίμαζα τους φόβους μου. Και είναι διάφορα αυτά που δεν παραδέχομαι γιατί φοβάμαι κι εμένα καμιά φορά. Ή ίσως και συχνά. Αναζητώ τα όνειρά μου σε μπαλάντες και βόλτες τη νύχτας. Βόλτες που επιτάσσουν μοναξιά, αγριότητα. Βόλτες μουγγές, βόλτες παρακολούθησης, απερισκεψίας, κινδύνου, φόβου – αλλά και τρυφερότητας, αναπόλησης, μελαγχολίας, ζεστασιάς και βόλτες γύρω από το ίδιο τετράγωνο. Σιωπηλές βόλτες.

Γεμάτες ήχους, γιατί τελικά στους ήχους γυρίζω πάλι.

Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Οκτώβρης

Εσύ εκεί. Να κολλάς, να σκέφτεσαι ό,τι πέρασε και να αναρωτιέσαι ποιος από τους χίλιους τρόπους που σκέφτηκες θα σου γυρίσει πίσω τον περασμένο σου Οκτώβρη. Το καινούριο χρώμα στο δωμάτιο σου, την ώρα που ξάπλωνες στην αιώρα σου, τα λεπτά που χανόσουν σε ένα βιβλίο ή πόσο χαρούμενος ήσουν μπαίνοντας σε ένα αυτοκίνητο, πόσο χαρούμενος ήσουν περπατώντας μια απόσταση δύο χιλιομέτρων μες στη νύχτα, πόσο χαρούμενος ήσουν με μια χαζή διαδρομή γύρω απ' το τετράγωνο του σπιτιού σου, τη σοκοφρέτα σου. Χορός ατέλειωτος κι εσύ τον αρνήθηκες. Βγήκες απ'τον κύκλο και τώρα δεν είναι κανείς έξω για να χορέψεις. Κρύο. Ένα σεντόνι, μια κουβέρτα κι ένα μαντήλι γύρω στο λαιμό σου. Ο λαιμός σου. Δε βγαίνει φωνή. Η θέα σε έχει τυφλώσει. Μια πόλη. Πόσοι δρόμοι, τόσα σπίτια. Βότσαλα σε έναν ουρανό γεμάτο σύννεφα κι έναν ήλιο γκρίζο, αστραφτερό. Και τυφλώνεσαι. Ε, τρέχα. Έχεις και τίποτα άλλο να κάνεις; Κλαις, μην κλαις. Καμία αγκαλιά δε σε χωράει πια; Οκτώβρη, γύρνα -φύγε.