Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

απόσπασμα από το "Μονόγραμμα" του Ελύτη

ή αλλιώς ο έρωτάς μου από την αρχή



μέρος ΙΙΙ

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα 
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:


Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Γυμνός



Γιατί δεν μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι του καλά καλά. Γιατί τα μάτια του ήταν στεγνά και τα πόδια του παγωμένα. Γιατί το μόνο που μπορούσε να ξεχωρίσει ήταν σωληνάκια και καλώδια να προεξέχουν απ’ όλο του το σώμα και να του γαργαλάνε τις αισθήσεις. Για όλα αυτά, τούτος ο γυμνός φοβόταν. Γυμνός από σάρκα και γυμνός από συναισθήματα κάποιες φορές. Άλλες για λίγο, άλλες για περισσότερο. Κι αυτό γιατί το υγρό στα νοσοκομειακά σωληνάκια που ήταν σφηνωμένα στις φλέβες του δεν ήταν πάντα κόκκινα. Αίμα και αέρας, ένας συνδυασμός περίεργος μεν, μα για εκείνον το σωληνάκι πότε γέμιζε, πότε άδειαζε σχηματίζοντας ένα ακανόνιστο ριγέ μοτίβο από κενό και αίμα. Ο αέρας του δωματίου δεν ανανεωνόταν. Κενό. Κι άλλο κενό.


φωτογραφία