Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Struggle for pleasure


Εκείνος έτρεμε και κάθε τι γύρω του έτρεμε μαζί του. Ακουμπούσε το μαξιλάρι και σταματούσε για δευτερόλεπτα, ησύχαζε κι έπειτα πάλι αυτό το γνώριμο τρεμούλιασμα στο χέρι του που προκαλούσε σε τόσους ανθρώπους απέχθεια. Εξασθενούσε και το ήξερε, ακόμα κι αν προτιμούσε να το παραβλέπει καθημερινά.
Φώναζε, φώναζε, εκείνος φώναζε και σήκωνε στο πόδι όλη τη γειτονιά. Μια κραυγή πόνου που δεν τελείωνε πουθενά. Απλωνόταν στους γύρω ορόφους και στις γυρω πολυκατοικιες, απλωνοταν στο τετραγωνο, εφτανε στην πλατεια κ γυρνουσε παλι πισω…
Φώναζε τόσο που τα τζάμια στο μπαλκόνι μου έτριζαν καμιά φορά. Φώναζε και οι κουρτίνες κουνιόνταν και οι γείτονες έβγαιναν στα μπαλκόνια μήπως με δουν να κλαίω. Αλλά όχι. Όχι.
Γιατί δε θα φοβηθώ τίποτα όσο είμαστε ακόμα εδώ. Ούτε τον αέρα που βουίζει στ' αυτιά μου ούτε το νερό που φτάνει το στήθος μου ούτε τη φωτιά που μας έχει περικυκλώσει. Δε θα φοβηθώ. Δε φοβάμαι όσο είσαι εσύ δίπλα μου κι αυτό δε θα αλλάξει πια. Νερό, φωτιά κι αέρας, κάπως έτσι, ζαλισμένη, μισοπνιγμένη, ετοιμη να καώ, με σκοτώνεις. Εγώ προσπαθώ. Εσύ με ξεσκίζεις. Εγώ δε θέλω κι εσύ επιμένεις.
______________________________________________________________
Μπορώ να εντοπίσω που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νιώθω στο πετσί μου, κυριολεκτικά. Γνωρίζω επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία,  και θεωρώ δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Αναγνωρίζω στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος: του δικού σου ψέματος, της δικής σου σιωπής. Αντιλαμβάνομαι τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθειά σου να είσαι πικρή και κυνική ανεξαρτήτου λόγου ή αιτίας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου.
Εσύ, ΕΣΥ, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι.
Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία σου μιλούσα τόσα χρόνια. Ποτέ δεν τη δέχτηκες.
_______________________________________________________________
Ο καιρός περνούσε κι εγώ πηγαινοερχόμουν, συρόμουν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι με φάρμακα, πετσέτες, γιατρούς, με τη σκιά μου να φέρνει σβούρες δυο φορές πιο αργά, πιο ασθενικά.
Φώναξε κι άλλο, ρε!
Έρχομαι. Μόνο εσένα έχω.
Στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Έχω βγάλει έξω το τεφτέρι μου και στα λέω όλα, όσα προλαβαίνω.
Στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Και συνεχίζω. Και κάθε που πάω να γράψω στο μυαλό μου έρχονται μελωδίες για τραγούδια περίεργα που στα μέρη μας ποτέ δεν ακούστηκαν για έναν κόσμο γλυκό και τρομαχτικό πια. Η ζωή χωρίς εσένα. Ένα ερωτηματικό χωρίς εσένα...
_____________________________________________________________
Δεν είσαι μαζί μου πια; Πώς δεν είσαι... Αφού μου μιλούσες χθες βράδυ σκεπασμένη με το σεντόνι για να μη μας ακούσουν. Σε φαντάζομαι πάντως στο σπίτι μας με το γκρι σου πάπλωμα όπως στις ταινίες, με ένα μικρό φωτιστικό χωμένο μες στα σεντόνια και τις κουβέρτες ίσα για να φωτίζει το βιβλίο σου. Θα μου πεις βιβλίο δεν είχες. Ούτε φωτιστικό. Σ’ αγαπάω.
Κάπως έτσι κυλάνε όλες οι ώρες της μέρας όταν δεν είσαι εδώ. Να σκεφτομαι και να φαντάζομαι τι κάνεις, να πλάθω εικόνες.
___________________________________________________________­
«Αν ήξερες κι εσύ τι ήθελες, ο κόσμος θα ήταν πιο απλός για όλους», μουρμούρισα χαμογελώντας. Περνούσαν τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες κι εσύ... εσύ. Εσύ άλλοτε κοιτούσες τα ρολόγια, τους δείκτες να διαγράφουν την ίδια τροχιά ξανά και ξανά, αργά, βασανιστικά κι άλλοτε έχανες την αίσθηση του χρόνου κι ένιωθες κουρασμένος να παραπατάς σε μια ευθεία ατέλειωτη. Απώλεσε, λοιπόν, την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου κι ας μην υπάρχει πραγματικότητα.
Το ξέρεις πως δε θα γεράσουμε μαζί; Εγώ όχι. Εγώ δε θέλω να το ξέρω.

___________________________________________________________­
___________________________________________________________­

Γιατί δεν μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι του καλά καλά. Γιατί τα μάτια του ήταν στεγνά και τα πόδια του παγωμένα. Γιατί το μόνο που μπορούσε να ξεχωρίσει ήταν σωληνάκια και καλώδια να προεξέχουν απ’ όλο του το σώμα και να του γαργαλάνε τις αισθήσεις. Για όλα αυτά, τούτος ο γυμνός φοβόταν. Γυμνός από σάρκα και γυμνός από συναισθήματα κάποιες φορές. Κι αυτό γιατί το υγρό στα νοσοκομειακά σωληνάκια που ήταν σφηνωμένα στις φλέβες του δεν ήταν πάντα κόκκινα. Ο αέρας του δωματίου δεν ανανεωνόταν. Πνιγόταν.

___________________________________________________________­
Πνιγόμουν κι εγώ μαζί του. Περνούσα μέρες ολόκληρες στο νοσοκομείο, σωριασμένη σε μια γειτονική πολυθρόνα να παρατηρώ τα πάντα. Τις γροθιές σου να σφίγγονται, τα πόδια σου να τεντώνονται αφύσικα και αυτόν τον περίεργο ήχο, αυτόν τον ψίθυρο που σου είχε απομείνει να μου χαϊδεύει τα αυτιά. Σε κοιτούσα και μετάνιωνα την κάθε στιγμή που σου φέρθηκα άσχημα, που σε μάλωσα, σε πλήγωσα. Σε κοιτούσα τόσες πολλές ώρες στα μάτια κι ας με κοιτούσες μόνο λίγα λεπτά.
Τα λεπτά αυτά, όμως, μας έκαναν να ξεφεύγουμε. Κι εμένα, κι εσένα... Ένιωθα κάθε μικρή λεπίδα του κορμιού σου να ακουμπά τη σάρκα μου και έλιωνα όπως λιώνει το κερί στον ήλιο. Ένιωθα τα ρούχα μου να φεύγουν από πάνω μου κι εμένα γυμνή, κοιτώντας κατάστηθα την αλήθεια που απλωνόταν μπροστά μου. Και μετρούσα τις ώρες, τα λεπτά, την κάθε στιγμή μαζί σου. Ανέπνεα από τον αέρα σου και βυθιζόμουν σε εκείνο το τρέμουλο που τύλιγε σφιχτά και τους δυο μας. Προσπάθησα να βρω την επιφάνεια και να βγω στον ήλιο μα δεν τα κατάφερα. Κάθε σου νεύμα με ρουφούσε και με έριχνε όλο και πιο βαθιά. Φόβος.

Όλα γίνονται στο σκοτάδι. Όλα. Το μόνο που ενέτεινε και επιβράδυνε τις στιγμές ήταν το φως. Η παραμικρή λάμψη την εγκλώβιζε στο δαχτυλίδι που πετούσε φωτιά ολόγυρα του. Σε κάθε λάμψη κλεινόταν, αγκάλιαζε και κούρνιαζε ανόητα, σα να ζωγράφιζε σε νερό, στη φλογερή ομήγυρη εκείνου, για όσο ακόμα μπορούσε.

___________________________________________________________­
___________________________________________________________­

Όλα γίνονται στο σκοτάδι -σκεφτόταν. Γι’ αυτό τα βράδια που δεν μπορούσε να σκεφτεί έφευγε από το δωμάτιο. Είχε κι εκείνη τη μικρή, ολόδική της «φούσκα», μια φούσκα που μέσα ζούσαν χρώματα και χαμογελαστές φιγούρες, μια ζωή που δε θα έμενε ποτέ μόνη της.
Μόνη της στο σπίτι. Η φούσκα που έσκασε και γέμισαν οι τοίχοι σκιές που την ακολουθούσαν και της κρατούσαν συντροφιά. Σκιές που την πλησίαζαν για να την τσιμπήσουν, για να την φτύσουν, να τη χλευάσουν. Σκιές, παντού σκιές.
___________________________________________________________­
Με ακολουθούσε παντού κάποτε. Στο φαγητό, στη βόλτα, στα μαθήματα. Ακόμα κοιμόταν μαζί μου κάποιες φορές όταν αγχωνόμουν αρκετά για να τρέμω στον ύπνο μου. Ερχόταν σαν σκιά βαριά με φόρα, ερχόταν και με πλάκωνε, μου τραβούσε τα μαλλιά, με χάιδευε και με αγκάλιαζε. Μια αγκαλιά τόσο γεμάτη -τόσο άδεια. Ξυπνούσα και ένιωθα τις μαχαιριές στην πλάτη μου. Μαχαιριές, η μία πίσω απ' την άλλη, με μαχαίρωνε συνεχώς, γέμιζα πληγές που δεν φαίνονταν αλλα ήταν εκεί. Ουλές.
Κι έπειτα ερχόταν μαζί μου και στο μπάνιο. Δίπλωνε τα μακριά του χέρια γύρω απ' τη μέση μου, πείραζε την κοιλιά μου, μου χαμογελούσε καθώς άγγιζε το στήθος μου κι εγώ τιναζόμουν σα να μην ήθελα τάχα. Μετά με έπνιγε. Τα χέρια του μια μάζα άμορφη, χρώματα δεν ξεχώριζα κι έπειτα μαύρο μόνο να τυλίγονται στο κορμί μου, στα πόδια μου, στο στήθος μου, στο λαιμό μου, έκλειναν τα μάτια μου και με έσφιγγε μέχρι που η μπανιέρα γέμιζε με έναν εμετό ονείρων και σκέψεων που ποτέ δε φανερώθηκαν, ποτέ κανένας δεν έμαθε, ποτέ δεν τις άκουσα κι εγώ η ίδια.
          Ένας καθρέφτης, ένα σημείωμα: «Θα χαμογελάς τόσο δυνατά που θα απορείς γιατί η καρδιά σου δεν έχει σπάσει και γεμίσει με αίματα όλο τον κόσμο.»

          Νοσοκομείο μια ακόμα φορά. Τελευταία.

Μόνο το μόνιτορ ακούω πια από κάποιο απομακρυσμένο δωμάτιο. Κοντεύω να κόψω τα ακουστικά μου από τη μανία. Μανία που την έχω να δυναμώνω τη μουσική για να μην ακούω και μετά να τραβάω τα καλώδια μήπως τελικά ακούσω εσένα ξανά.



«Λυπάμαι»


Δεν μπόρεσα να σου πω τίποτε άλλο. Ξέσπασα σε λυγμούς. Είχε πέσει η νύχτα. Είχα παρατήσει τα εργαλεία μου. Άρχισα να κατηγορώ τον εαυτό μου για τη φούσκα μου, για τον καθρέφτη, για τις σκιές μου, για τη δίψα, για το θάνατο. Πάνω σ' ένα αστέρι, έναν πλανήτη, το δικό μου, τη Γη.  Τον πήρα αγκαλιά. Τον κούνησα πέρα-δώθε, νανουρίζοντάς τον. Του ψιθύριζα: «Το λουλούδι που αγαπάς δεν κινδυνεύει πια... Δε σ’αφήνω.»


___________________________________________________________­

Φτιάξε μια ζωή καινούρια. Αγόρασε ένα σπίτι. Καθάρισε το, βαψ'το, διακοσμησέ το. Αγόρασε ένα σπίτι στα μέτρα σου. Πλυν'το καλά και τρίψε τις γωνίες απ'τις βρομιές των πρηγούμενων. Πάρε ένα πανί και τρίψε τα ταβάνια με όλη σου τη δύναμη για να φύγουν τα όνειρα όσων πριν απο σένα έμειναν εδώ. Πάρε ένα πινέλο και σκέψου χρώματα. Ένα χρώμα για κάθε τοίχο. Ένα χρώμα για κάθε σου ανάμνηση, ένα για κάθε επιθυμία, ένα για κάθε σου όνειρο που πέθανε. Βούτα το πινέλο σου βαθιά στον κουβά με το χρώμα και ζωγράφισέ το στον τοίχο. Ένα χρώμα για κάθε τοίχο. Κι όταν πια θα έχεις γεμίσει το σπίτι χρώματα, όταν πια θα έχεις ένα σπίτι μωβ, μπλε, γαλάζιο, όταν κάθε τοίχος του θα είναι και μία σου σκέψη, βρες πια έναν τρόπο να χωρέσεις και τον εαυτό σου σ'αυτό. Μόνο για ντεκόρ όμως. Μην ψάξεις κάτι παραπάνω. Μη ζητήσεις κάτι παραπάνω.
Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος.  

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Artogether Festival -- 3-4-5 Ιουλίου στο six d.o.g.s


H Guest List

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ 
ΜΑΡΙΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ – ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛΙΔΗΣ | PIECES| ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΤΑΓΚΟΥΛΗ| MOCKBIRTH| VIOLET LOUISE | DEAFHORSE | ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΜΑΡΑΝΤΗΣ & THE SPOTLIGHTS| THE BITTERSWEET | SICK BASTARD | PRIMO JOVEM| GRAIN OF SENSE | MINOR PROJECT| GAUTIER | WHAT THE FUNK
ΧΟΡΟΣ | ΘΕΑΤΡΟ
ΑΠΛΕΤΟΙ ΚΗΠΟΙ | ORA PRO NOBIS | ΧΟΡΟΓΡΑΜΜΑ | ΧΟΡΟΘΕΑΤΡΟ ΕΠ7Α
ΤΑΙΝΙΕΣ
ΔΗΜΗΤΡΗΣ AΡΓΥΡΙΟΥ | ΛΗΔΑ ΚΑΦΕΤΖΗ | ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΑ KΟΤΖΑΜΑΝΗ  | ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΜΕΛΑΓΩΝΙΤΟΥ | ΠΑΡΗΣ ΠΑΤΣΟΥΡΙΔΗΣ | ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΚΟΥΡΑΣ  | ΣΤΑΜΟΣ ΤΣΑΜΗΣ  | ΓΑΒΡΙΗΛ ΨΑΛΤΑΚΗΣ
ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ | ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ | ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ | INSTALLATIONS
ΣΤΑΘΗΣ ΓΚΟΡΓΚΟΛΗΣ | ΑΛΙΚΗ ΑΡΝΑΟΥΤΗ | ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΜΑΥΡΟΥ | ΑΝΝΑ ΚΑΝΤΑ | ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΡΙΒΑ | ΑΡΗΣ ΤΣΟΥΤΣΙΚΑΣ | ΒΑΝΕΣΑ ΠΟΥΤΟΥ | ΒΑΣΙΑ ΧΑΡΙΣΗ | ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ | ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΔΙΑΚΑΚΗ | ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΠΟΛΑΤΚΕΙΣΟΓΛΟΥ | ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΑΝΗ | ΕΙΡΗΝΗ ΑΡΧΟΝΤΑΚΗ | ΖΑΝΟΥ ΝΑΤΑΣΣΑ | ΚΕΛΛΥ ΔΗΜΟΠΟΥΛΟΥ | ΚΡΕΜΜΥΔΑΣ ΕΠΑΜΕΙΝΩΝΔΑΣ | ΜΙΧΑΛΗΣ-ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΓΙΑΚΟΥΜΑΚΗΣ | ΠΑΝΑΓΗΣ ΑΝΤΥΠΑΣ | ΠΑΡΑΣΚΕΥΑΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ | ΡΕΝΑ ΜΑΚΑΡΗ |  ΡΕΝΑ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ |  ΣΟΦΙΑ ΚΥΡΙΑΚΑΚΗ | ΦΩΤΕΙΝΗ ΚΑΡΥΔΗ | ΤΣΙΛΙΚΟΠΟΥΛΟΥ ΔΩΡΑ | ΛΕΝΑ ΣΙΩΖΟΥ |  ΠΑΝΟΣ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ | ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΠΑΠΑΜΑΝΩΛΗ | ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΣΑΜΑΝΔΟΥΡΟΥ | ΜΑΡΙΛΕΝΑ ΧΡΟΝΗ | ΜΑΡΙΑ ΤΖΑΝΑΝΔΡΕΑ |  ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΑΣΣΑΡΗ | ΑΘΗΝΑ | ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΩΤΟΥΛΑΣ | ΝΙΚΟΛΑΣ ΣΤΕΦΑΔΟΥΡΟΣ | ΞΕΝΟΦΩΝΤΑΣ ΜΠΕΚΙΑΡΗΣ 
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
ΧΡΥΣΑ ΠΛΑΚΙΩΤΗ | ΟΛΓΑ ΧΗΡΑ | ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΤΣΙΟΚΑΣ | ΣΟΦΙΑ ΜΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ | ΒΑΣΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ | ΠΕΤΡΟΣ ΣΟΦΙΚΙΤΗΣ | ΜΑΡΙΝΑ ΛΙΟΦΑΓΟΥ | ΜΑΝΟΣ ΜΑΡΓΕΤΗΣ | ΜΑΙΡΗ ΑΒΡΑΑΜ | ΜΑΡΙΑ ΚΑΠΠΑΤΟΥ | ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΣΙΛΙΔΗΣ | ΕΛΕΑΝΑ ΠΑΣΣΑ | ΕΛΕΝΗ ΑΪΒΑΛΗ | ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ ΒΑΚΟΝΤΙΟΥ |  ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΜΑΡΑΚΗ | ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΚΑΡΑΝΤΑΝΗ | ΓΙΑΝΝΑΚΟΥ ΠΕΝΥ | ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΤΑΝΤΑΟΥΙ | ΑΝΝΑΣΤΕΛΛΑ ΛΑΖΑΡΟΥ | ΑΝΔΡΟΜΑΧΗ ΜΑΥΡΟΥ | ΑΛΙΚΗ ΑΡΝΑΟΥΤΗ | ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΤΑΥΡΟΥ | ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΡΑΜΑΝΗΣ
ΣΥΓΓΡΑΦΗ | ΠΟΙΗΣΗ | ΣΤΙΧΟΥΡΓΙΚΗ | ΣΕΝΑΡΙΟ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΙΑΚΟΣ | ΑΝΙΣΣΑ ΧΑΣΙΜ | ΒΑΣΙΛΗΣ ΖΩΡΖΟΣ (VASILIS) | ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ | ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΠΟΚΑΚΗΣ | ΕΛ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ | ΕΥΤΥΧΙΑ ΚΑΠΑΡΔΕΛΗ | ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΚΟΦΙΝΑΣ | ΛΗΔΑ ΚΑΦΕΤΖΗ | ΛΥΔΙΑ ΛΑΒΔΑ | ΜΑΡΙΑ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ | ΜΑΡΙΑ ΛΙΑΡΟΥ | ΜΑΡΙΝΑ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ | ΜΑΡΩ ΜΠΟΥΤΣΗ | ΝΙΚΟΣ ΠΟΛΥΖΟΣ | ΝΤΙΑΝΑ ΝΑΣΙΟΠΟΥΛΟΥ-ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ | ΞΕΝΙΑ ΚΑΚΑΚΗ | ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ | ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ | ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΚΟΚΚΟΣΗ | NEFI






...θα είμαστε εκεί!


Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

απόσπασμα από το "Μονόγραμμα" του Ελύτη

ή αλλιώς ο έρωτάς μου από την αρχή



μέρος ΙΙΙ

Έτσι μιλώ γιά σένα καί γιά μένα 
Επειδή σ’αγαπώ καί στήν αγάπη ξέρω
Νά μπαίνω σάν Πανσέληνος
Από παντού,γιά τό μικρό τό πόδι σού μές στ’αχανή σεντόνια
Νά μαδάω γιασεμιά --κι έχω τή δύναμη
Αποκοιμισμένη,νά φυσώ νά σέ πηγαίνω
Μές από φεγγαρά περάσματα καί κρυφές τής θάλασσας στοές
Υπνωτισμένα δέντρα μέ αράχνες πού ασημίζουμε

Ακουστά σ’έχουν τά κύματα
Πώς χαιδεύεις,πώς φιλάς
Πώς λές ψιθυριστά τό "τί" καί τό "έ"
Τριγύρω στό λαιμό στόν όρμο
Πάντα εμείς τό φώς κι η σκιά

Πάντα εσύ τ’αστεράκι καί πάντα εγώ τό σκοτεινό πλεούμενο
Πάντα εσύ τό λιμάνι κι εγώ τό φανάρι τό δεξιά
Τό βρεγμένο μουράγιο καί η λάμψη επάνω στά κουπιά
Ψηλά στό σπίτι μέ τίς κληματίδες
Τά δετά τριαντάφυλλα,καί τό νερό πού κρυώνει
Πάντα εσύ τό πέτρινο άγαλμα καί πάντα εγώ η σκιά πού μεγαλώνει
Τό γερτό παντζούρι εσύ,ο αέρας πού τό ανοίγει εγώ
Επειδή σ’αγαπώ καί σ’αγαπώ
Πάντα εσύ τό νόμισμα καί εγώ η λατρεία πού τό εξαργυρώνει:


Τόσο η νύχτα,τόσο η βοή στόν άνεμο
Τόσο η στάλα στόν αέρα,τόσο η σιγαλιά
Τριγύρω η θάλασσα η δεσποτική
Καμάρα τ’ουρανού με τ’άστρα
Τόσο η ελάχιστη σου αναπνοή

Πού πιά δέν έχω τίποτε άλλο
Μές στούς τέσσερις τοίχους,τό ταβάνι,τό πάτωμα
Νά φωνάζω από σένα καί νά μέ χτυπά η φωνή μου
Νά μυρίζω από σένα καί ν’αγριεύουν οί άνθρωποι
Επειδή τό αδοκίμαστο καί τό απ’αλλού φερμένο
Δέν τ’αντέχουν οί άνθρωποι κι είναι νωρίς,μ’ακούς
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν αγάπη μου

Να μιλώ γιά σένα καί γιά μένα.

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012

Γυμνός



Γιατί δεν μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι του καλά καλά. Γιατί τα μάτια του ήταν στεγνά και τα πόδια του παγωμένα. Γιατί το μόνο που μπορούσε να ξεχωρίσει ήταν σωληνάκια και καλώδια να προεξέχουν απ’ όλο του το σώμα και να του γαργαλάνε τις αισθήσεις. Για όλα αυτά, τούτος ο γυμνός φοβόταν. Γυμνός από σάρκα και γυμνός από συναισθήματα κάποιες φορές. Άλλες για λίγο, άλλες για περισσότερο. Κι αυτό γιατί το υγρό στα νοσοκομειακά σωληνάκια που ήταν σφηνωμένα στις φλέβες του δεν ήταν πάντα κόκκινα. Αίμα και αέρας, ένας συνδυασμός περίεργος μεν, μα για εκείνον το σωληνάκι πότε γέμιζε, πότε άδειαζε σχηματίζοντας ένα ακανόνιστο ριγέ μοτίβο από κενό και αίμα. Ο αέρας του δωματίου δεν ανανεωνόταν. Κενό. Κι άλλο κενό.


φωτογραφία


Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2011

Από δω και πάνω

Από δω και πάνω στου γλεντιού το σαματά,
με ένα αστείο σάλτο ανεβαίνω.
Από δω και πάνω πεινασμένη μου καρδιά,
με χαρά και δάκρυα σε χορταίνω.

Από δω και πάνω δε ρωτάω άλλο πια 
τι ζητώ που πάω και ποιος να ΄μαι.
Από δω και πάνω σταματώ τις προσευχές, 
από δω και πάνω δε φοβάμαι.

Από δω και πάνω στου ρυθμού την αγκαλιά,
ώπα! με ένα σάλτο μέσα μπαίνω,
Από δω και πάνω τραγουδώ για τη φωτιά,
κι απ' του κόσμου το καμίνι ξεμακραίνω.

Από δω και πάνω δε ρωτάω άλλο πια 
τι ζητώ που πάω και ποιος να ΄μαι.
Από δω και πάνω σταματώ τις προσευχές, 
από δω και πάνω δε φοβάμα




Γιάννης Αγγελάκας