Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Οι ελέφαντες κι εγώ

Ένας ελέφαντας μου δάγκωσε το αυτί. Και μετά, και μετά αγγιξε τη μύτη μου.

Την χάιδευε απαλά, μέχρι που πλήγιασε. Και δε με νοιάζει κι αν μάτωσε....

Δέρμα είναι και θα γεννηθεί ξανά.

    Δέρμα δικό μου είναι.

Μόνη μου το σκαλίζω, μόνη μου θα το πληγώνω,

εγώ θα το ξεσκίζω κι εγώ θα το πλάθω ξανά.

Ένας ελέφαντας μου κράτησε το χέρι. Συνήθως οι ελέφαντες είναι χοντροί, έτσι; Ε, τούτος εδώ δε φαινόταν να είναι... 
Μεγάλα μάτια, μεγάλη μύτη... χοντροκομμένα χαρακτηριστικά. Ποιος τους συμπαθεί εκτός από τα παιδιά; Και γιατί τα παιδιά απλώνουν το χέρι να τους χαϊδέψουν;


    Εγώ ποτέ δεν υπήρξα παιδί. 
Όχι τέτοιο παιδί. Που να απλώσει το μικρό του χεράκι να αγγίξει το παχύδερμο. 
Παχύδερμο το θεωρούσα. 
Παχύδερμο είναι και τώρα, με δέρμα γκρίζο και λαστιχένιο, γεμάτο ρυτίδες.

Ήμουν μικρή, τόσο μικροσκοπική για να τολμήσω να προκαλέσω ένα τέτοιο πλάσμα να με συμπαθήσει. 
Φόβος. Τρόμος. Να τρέμω και να με φοβούνται. 
Να τρομάζω με το κάθε τι, να γεμίζω ανασφάλειες 
και να φοβούνται μην καταρρεύσω. 



Δεν καταρρέω.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου