Δευτέρα, 15 Οκτωβρίου 2012

Struggle for pleasure


Εκείνος έτρεμε και κάθε τι γύρω του έτρεμε μαζί του. Ακουμπούσε το μαξιλάρι και σταματούσε για δευτερόλεπτα, ησύχαζε κι έπειτα πάλι αυτό το γνώριμο τρεμούλιασμα στο χέρι του που προκαλούσε σε τόσους ανθρώπους απέχθεια. Εξασθενούσε και το ήξερε, ακόμα κι αν προτιμούσε να το παραβλέπει καθημερινά.
Φώναζε, φώναζε, εκείνος φώναζε και σήκωνε στο πόδι όλη τη γειτονιά. Μια κραυγή πόνου που δεν τελείωνε πουθενά. Απλωνόταν στους γύρω ορόφους και στις γυρω πολυκατοικιες, απλωνοταν στο τετραγωνο, εφτανε στην πλατεια κ γυρνουσε παλι πισω…
Φώναζε τόσο που τα τζάμια στο μπαλκόνι μου έτριζαν καμιά φορά. Φώναζε και οι κουρτίνες κουνιόνταν και οι γείτονες έβγαιναν στα μπαλκόνια μήπως με δουν να κλαίω. Αλλά όχι. Όχι.
Γιατί δε θα φοβηθώ τίποτα όσο είμαστε ακόμα εδώ. Ούτε τον αέρα που βουίζει στ' αυτιά μου ούτε το νερό που φτάνει το στήθος μου ούτε τη φωτιά που μας έχει περικυκλώσει. Δε θα φοβηθώ. Δε φοβάμαι όσο είσαι εσύ δίπλα μου κι αυτό δε θα αλλάξει πια. Νερό, φωτιά κι αέρας, κάπως έτσι, ζαλισμένη, μισοπνιγμένη, ετοιμη να καώ, με σκοτώνεις. Εγώ προσπαθώ. Εσύ με ξεσκίζεις. Εγώ δε θέλω κι εσύ επιμένεις.
______________________________________________________________
Μπορώ να εντοπίσω που τελειώνει ο πρόλογος καθώς και τις αιχμηρές εντάσεις της κορύφωσης. Τις νιώθω στο πετσί μου, κυριολεκτικά. Γνωρίζω επίσης πολύ καλά ότι η ζωή δεν έχει γραμμική πορεία,  και θεωρώ δεδομένο ότι η παρακμή ρέει στην ίδια κατεύθυνση με την απογοήτευση. Αναγνωρίζω στις ακανόνιστες διστακτικές παύσεις ανάμεσα σε δύο ανάσες τη φύση του ψέματος: του δικού σου ψέματος, της δικής σου σιωπής. Αντιλαμβάνομαι τη διαφορά της μεμονωμένης στιγμής θυμού από την μόνιμη συνήθειά σου να είσαι πικρή και κυνική ανεξαρτήτου λόγου ή αιτίας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για το συντακτικό που ταιριάζει στο ρυθμό και στους κυματισμούς ενός «αγαθού» βίου.
Εσύ, ΕΣΥ, με κάνεις να θέλω να είμαι όλα αυτά που δεν είμαι.
Δεν θα δεχόσουν ποτέ τη ζωή για την οποία σου μιλούσα τόσα χρόνια. Ποτέ δεν τη δέχτηκες.
_______________________________________________________________
Ο καιρός περνούσε κι εγώ πηγαινοερχόμουν, συρόμουν μέσα στο ίδιο μου το σπίτι με φάρμακα, πετσέτες, γιατρούς, με τη σκιά μου να φέρνει σβούρες δυο φορές πιο αργά, πιο ασθενικά.
Φώναξε κι άλλο, ρε!
Έρχομαι. Μόνο εσένα έχω.
Στη βιβλιοθήκη, στο διάδρομο αναμονής του μετρό, στη γωνία του καφέ, στο παράθυρο του δωματίου σου. Εσύ που αιωνίως κάνεις την ζωή μου αφόρητη. Έχω βγάλει έξω το τεφτέρι μου και στα λέω όλα, όσα προλαβαίνω.
Στο δωμάτιο του νοσοκομείου. Και συνεχίζω. Και κάθε που πάω να γράψω στο μυαλό μου έρχονται μελωδίες για τραγούδια περίεργα που στα μέρη μας ποτέ δεν ακούστηκαν για έναν κόσμο γλυκό και τρομαχτικό πια. Η ζωή χωρίς εσένα. Ένα ερωτηματικό χωρίς εσένα...
_____________________________________________________________
Δεν είσαι μαζί μου πια; Πώς δεν είσαι... Αφού μου μιλούσες χθες βράδυ σκεπασμένη με το σεντόνι για να μη μας ακούσουν. Σε φαντάζομαι πάντως στο σπίτι μας με το γκρι σου πάπλωμα όπως στις ταινίες, με ένα μικρό φωτιστικό χωμένο μες στα σεντόνια και τις κουβέρτες ίσα για να φωτίζει το βιβλίο σου. Θα μου πεις βιβλίο δεν είχες. Ούτε φωτιστικό. Σ’ αγαπάω.
Κάπως έτσι κυλάνε όλες οι ώρες της μέρας όταν δεν είσαι εδώ. Να σκεφτομαι και να φαντάζομαι τι κάνεις, να πλάθω εικόνες.
___________________________________________________________­
«Αν ήξερες κι εσύ τι ήθελες, ο κόσμος θα ήταν πιο απλός για όλους», μουρμούρισα χαμογελώντας. Περνούσαν τα λεπτά, οι ώρες, οι μέρες κι εσύ... εσύ. Εσύ άλλοτε κοιτούσες τα ρολόγια, τους δείκτες να διαγράφουν την ίδια τροχιά ξανά και ξανά, αργά, βασανιστικά κι άλλοτε έχανες την αίσθηση του χρόνου κι ένιωθες κουρασμένος να παραπατάς σε μια ευθεία ατέλειωτη. Απώλεσε, λοιπόν, την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου κι ας μην υπάρχει πραγματικότητα.
Το ξέρεις πως δε θα γεράσουμε μαζί; Εγώ όχι. Εγώ δε θέλω να το ξέρω.

___________________________________________________________­
___________________________________________________________­

Γιατί δεν μπορούσε να γυρίσει το κεφάλι του καλά καλά. Γιατί τα μάτια του ήταν στεγνά και τα πόδια του παγωμένα. Γιατί το μόνο που μπορούσε να ξεχωρίσει ήταν σωληνάκια και καλώδια να προεξέχουν απ’ όλο του το σώμα και να του γαργαλάνε τις αισθήσεις. Για όλα αυτά, τούτος ο γυμνός φοβόταν. Γυμνός από σάρκα και γυμνός από συναισθήματα κάποιες φορές. Κι αυτό γιατί το υγρό στα νοσοκομειακά σωληνάκια που ήταν σφηνωμένα στις φλέβες του δεν ήταν πάντα κόκκινα. Ο αέρας του δωματίου δεν ανανεωνόταν. Πνιγόταν.

___________________________________________________________­
Πνιγόμουν κι εγώ μαζί του. Περνούσα μέρες ολόκληρες στο νοσοκομείο, σωριασμένη σε μια γειτονική πολυθρόνα να παρατηρώ τα πάντα. Τις γροθιές σου να σφίγγονται, τα πόδια σου να τεντώνονται αφύσικα και αυτόν τον περίεργο ήχο, αυτόν τον ψίθυρο που σου είχε απομείνει να μου χαϊδεύει τα αυτιά. Σε κοιτούσα και μετάνιωνα την κάθε στιγμή που σου φέρθηκα άσχημα, που σε μάλωσα, σε πλήγωσα. Σε κοιτούσα τόσες πολλές ώρες στα μάτια κι ας με κοιτούσες μόνο λίγα λεπτά.
Τα λεπτά αυτά, όμως, μας έκαναν να ξεφεύγουμε. Κι εμένα, κι εσένα... Ένιωθα κάθε μικρή λεπίδα του κορμιού σου να ακουμπά τη σάρκα μου και έλιωνα όπως λιώνει το κερί στον ήλιο. Ένιωθα τα ρούχα μου να φεύγουν από πάνω μου κι εμένα γυμνή, κοιτώντας κατάστηθα την αλήθεια που απλωνόταν μπροστά μου. Και μετρούσα τις ώρες, τα λεπτά, την κάθε στιγμή μαζί σου. Ανέπνεα από τον αέρα σου και βυθιζόμουν σε εκείνο το τρέμουλο που τύλιγε σφιχτά και τους δυο μας. Προσπάθησα να βρω την επιφάνεια και να βγω στον ήλιο μα δεν τα κατάφερα. Κάθε σου νεύμα με ρουφούσε και με έριχνε όλο και πιο βαθιά. Φόβος.

Όλα γίνονται στο σκοτάδι. Όλα. Το μόνο που ενέτεινε και επιβράδυνε τις στιγμές ήταν το φως. Η παραμικρή λάμψη την εγκλώβιζε στο δαχτυλίδι που πετούσε φωτιά ολόγυρα του. Σε κάθε λάμψη κλεινόταν, αγκάλιαζε και κούρνιαζε ανόητα, σα να ζωγράφιζε σε νερό, στη φλογερή ομήγυρη εκείνου, για όσο ακόμα μπορούσε.

___________________________________________________________­
___________________________________________________________­

Όλα γίνονται στο σκοτάδι -σκεφτόταν. Γι’ αυτό τα βράδια που δεν μπορούσε να σκεφτεί έφευγε από το δωμάτιο. Είχε κι εκείνη τη μικρή, ολόδική της «φούσκα», μια φούσκα που μέσα ζούσαν χρώματα και χαμογελαστές φιγούρες, μια ζωή που δε θα έμενε ποτέ μόνη της.
Μόνη της στο σπίτι. Η φούσκα που έσκασε και γέμισαν οι τοίχοι σκιές που την ακολουθούσαν και της κρατούσαν συντροφιά. Σκιές που την πλησίαζαν για να την τσιμπήσουν, για να την φτύσουν, να τη χλευάσουν. Σκιές, παντού σκιές.
___________________________________________________________­
Με ακολουθούσε παντού κάποτε. Στο φαγητό, στη βόλτα, στα μαθήματα. Ακόμα κοιμόταν μαζί μου κάποιες φορές όταν αγχωνόμουν αρκετά για να τρέμω στον ύπνο μου. Ερχόταν σαν σκιά βαριά με φόρα, ερχόταν και με πλάκωνε, μου τραβούσε τα μαλλιά, με χάιδευε και με αγκάλιαζε. Μια αγκαλιά τόσο γεμάτη -τόσο άδεια. Ξυπνούσα και ένιωθα τις μαχαιριές στην πλάτη μου. Μαχαιριές, η μία πίσω απ' την άλλη, με μαχαίρωνε συνεχώς, γέμιζα πληγές που δεν φαίνονταν αλλα ήταν εκεί. Ουλές.
Κι έπειτα ερχόταν μαζί μου και στο μπάνιο. Δίπλωνε τα μακριά του χέρια γύρω απ' τη μέση μου, πείραζε την κοιλιά μου, μου χαμογελούσε καθώς άγγιζε το στήθος μου κι εγώ τιναζόμουν σα να μην ήθελα τάχα. Μετά με έπνιγε. Τα χέρια του μια μάζα άμορφη, χρώματα δεν ξεχώριζα κι έπειτα μαύρο μόνο να τυλίγονται στο κορμί μου, στα πόδια μου, στο στήθος μου, στο λαιμό μου, έκλειναν τα μάτια μου και με έσφιγγε μέχρι που η μπανιέρα γέμιζε με έναν εμετό ονείρων και σκέψεων που ποτέ δε φανερώθηκαν, ποτέ κανένας δεν έμαθε, ποτέ δεν τις άκουσα κι εγώ η ίδια.
          Ένας καθρέφτης, ένα σημείωμα: «Θα χαμογελάς τόσο δυνατά που θα απορείς γιατί η καρδιά σου δεν έχει σπάσει και γεμίσει με αίματα όλο τον κόσμο.»

          Νοσοκομείο μια ακόμα φορά. Τελευταία.

Μόνο το μόνιτορ ακούω πια από κάποιο απομακρυσμένο δωμάτιο. Κοντεύω να κόψω τα ακουστικά μου από τη μανία. Μανία που την έχω να δυναμώνω τη μουσική για να μην ακούω και μετά να τραβάω τα καλώδια μήπως τελικά ακούσω εσένα ξανά.



«Λυπάμαι»


Δεν μπόρεσα να σου πω τίποτε άλλο. Ξέσπασα σε λυγμούς. Είχε πέσει η νύχτα. Είχα παρατήσει τα εργαλεία μου. Άρχισα να κατηγορώ τον εαυτό μου για τη φούσκα μου, για τον καθρέφτη, για τις σκιές μου, για τη δίψα, για το θάνατο. Πάνω σ' ένα αστέρι, έναν πλανήτη, το δικό μου, τη Γη.  Τον πήρα αγκαλιά. Τον κούνησα πέρα-δώθε, νανουρίζοντάς τον. Του ψιθύριζα: «Το λουλούδι που αγαπάς δεν κινδυνεύει πια... Δε σ’αφήνω.»


___________________________________________________________­

Φτιάξε μια ζωή καινούρια. Αγόρασε ένα σπίτι. Καθάρισε το, βαψ'το, διακοσμησέ το. Αγόρασε ένα σπίτι στα μέτρα σου. Πλυν'το καλά και τρίψε τις γωνίες απ'τις βρομιές των πρηγούμενων. Πάρε ένα πανί και τρίψε τα ταβάνια με όλη σου τη δύναμη για να φύγουν τα όνειρα όσων πριν απο σένα έμειναν εδώ. Πάρε ένα πινέλο και σκέψου χρώματα. Ένα χρώμα για κάθε τοίχο. Ένα χρώμα για κάθε σου ανάμνηση, ένα για κάθε επιθυμία, ένα για κάθε σου όνειρο που πέθανε. Βούτα το πινέλο σου βαθιά στον κουβά με το χρώμα και ζωγράφισέ το στον τοίχο. Ένα χρώμα για κάθε τοίχο. Κι όταν πια θα έχεις γεμίσει το σπίτι χρώματα, όταν πια θα έχεις ένα σπίτι μωβ, μπλε, γαλάζιο, όταν κάθε τοίχος του θα είναι και μία σου σκέψη, βρες πια έναν τρόπο να χωρέσεις και τον εαυτό σου σ'αυτό. Μόνο για ντεκόρ όμως. Μην ψάξεις κάτι παραπάνω. Μη ζητήσεις κάτι παραπάνω.
Απώλεσε λοιπόν την ύπαρξη σου μέσα σε μια βαρετή μονοτονία, σε μια μονοδιάστατη θλίψη. Πέρασε την κρίση της μέσης ηλικίας. Γέρασε. Στοχάσου πάνω στην ελλιπή πραγματοποίηση των στόχων σου. Κάποιες φορές νοιώσε ευχαριστημένος αλλά κυρίως νοιώσε κενός και ελαφρύς. Κατά την διάρκεια περιπάτων νοιώσε σαν να μην υπάρχει πια επιστροφή ή σαν να είσαι έτοιμος να σε πάρει ο άνεμος.  

1 σχόλιο: